Συχνά στο γραφείο ενός ψυχολόγου έρχεται κανείς για να “ξεκούρασει” την τραυματισμένη του ψυχή. Σύντομα η “ ανασκαφή” ξεκινάει με θεραπευτή και θεραπευόμενο, σαν δύο αρχαιολόγους που συνεργάζονται χέρι-χέρι. Κάθε φορά ανακαλύπτουν ξεχασμένα, μέσα στα χρόνια, και κρυμμένα ανάμεσα σε αναμνήσεις στιγμιότυπα ζωής. Για παράδειγμα, όταν ο θεραπευόμενος ήταν 9 ετών και τον είχε τιμωρήσει η μαμά του, επειδή δεν έτρωγε το φαγητό που δεν του άρεσε. Άλλο παράδειγμα: όταν ήταν ενός χρόνου και του στερούσε το γάλα της.

   Άλλες φορές έρχονται στιγμιότυπα, ακόμα πιο παλιά…Στιγμιότυπα που κουβαλάν έντονα συναισθήματα, όπως αδικία, φόβο, τρόμο και όποια άλλη δυνατή αίσθηση θα μπορούσε “τραυματικά” να προστατέψει τον θεραπευόμενο από παρόμοιους κινδύνους, που φέρνει το μέλλον. Όλα τα στιγμιότυπα έχουν ακόμα ένα κοινό γνώρισμα: έχουν αφήσει μία μισοτελειωμένη επικοινωνία, η οποία αναζητά την ολοκλήρωσή της. Είναι το “Φύγε, με πονάς!” που δεν είπε το μικρό κοριτσάκι των δύο ετών, όταν ο πατέρας του το τραβούσε από το χέρι, την στιγμή που δεν ήθελε να κοιμηθεί και εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν ο τρόπος του για να του πει: “Μπαμπά μείνε μαζί μου λίγο ακόμα… σε θέλω κοντά μου…”. Για όσα χρόνια δεν έχει επικοινωνηθεί το “Φύγε με πονάς” (είτε στο πρόσωπο που “ανήκει”, είτε μέσα στην θεραπευτική διεργασία) τόσο θα αναζητά άλλα πρόσωπα να ακουστεί, φίλους, φίλες, συντρόφους κ.α.

   Έτσι συνέβη και με την Ευαγγελία. Της συνέβη κάτι πολύ τραγικό τον έκτο τρυφερό χρόνο της ζωής της. Μία μέρα στο όμορφο ορεινό χωριό της που έμενε με τους γονείς της και τα πέντε αδέρφια της ήρθε ο θείος της από την Αθήνα με τη γυναίκα του. Δεν μπορούσαν να κάνουν παιδί και ήρθαν να πάρουν ένα. Έτσι απλά, σαν να πήγαιναν σε σούπερ μάρκετ. Τα παιδιά όλα ήταν στο ράφι, διάλεξαν την μικρή Ευαγγέλια. Το μέσα της, σαν να έχει αρπάξει ένας τεράστιος γερανός τον μεγάλο γεροπλάτανο στην πλατεία του χωριού και να τον ξερίζωνε. Έναν αιώνα ήταν εκεί το δέντρο, ενέπνεε εμπιστοσύνη ότι θα είναι εκεί άλλα τόσα, ποιος θα πίστευε ότι κάποιος θα μπορούσε να το ξεριζώσει; Σαν την αίσθηση που είχε η Ευαγγελία για τους γονείς της. Έξι ολόκληρα χρόνια κοντά τους πίστευε ότι θα είναι μαζί της για μία ζωή. Τώρα μέσα στο τρυφερό κορμάκι της, κενό.

  Με την Ευαγγελία το ονομάσαμε τραύμα εγκατάλειψης και κάποιες φορές φόβο εγκατάλειψης. Η Ευαγγελία δύσκολα έκανε παρέες, δύσκολα πλησίαζε ανθρώπους. Όσο και να το λαχταρούσε κάτι την “κράταγε” πίσω… ήταν το τραύμα της… η εγκατάλειψη…

  Έφτασε γύρω στα 30 και γνώρισε τον σύντροφό της, έναν πωλητή. Χρυσός άνθρωπος, αλλά ταξίδευε πολύ, πάνω από το μισό χρόνο ήταν στο εξωτερικό. Συνειδητά αυτό δεν της άρεσε, του ζητούσε μάλιστα να σταματήσει. Αλλά ένα ασυνείδητο κομμάτι μέσα της τής έλεγε: “εδώ είσαι! αυτός είναι ο άνθρωπός σου, αυτός είναι ο κατάλληλος! μία θα έρχεται, μία θα φεύγει, δεν θα μπορέσεις να έρθεις και πολύ κοντά μαζί του, οπότε αν φύγει και σε εγκαταλείψει λίγο θα πληγωθείς…και άμα μετά από αρκετά πήγαινε-έλα δεις ότι είναι ακόμα εκεί, μαζί σου, τότε ίσως να βρεις τη δύναμη να συνδεθείς μαζί του ουσιαστικά. Ίσως αυτός να είναι το αντίδοτο της εγκατάλειψης σου”.

  Έτσι και έγινε. Το ασυνείδητο της είχε κάνει την καλύτερη για εκείνη στιγμή επιλογή. Μπόρεσε και έκανε οικογένεια και προχώρησε στη ζωή της. Ο σύντροφός της πέρασε την “ δοκιμασία” και έλουσε με σταθερή αγάπη το κενό της εγκατάλειψης.

  Την θεράπευσε; Δεν ξέρω να σας πω. Ξέρω όμως ότι στην σχέση με το σύντροφό μας αναζητάμε εκείνες τις πληγωμένες πτυχές τις σχέσεις που σαν παιδιά δεν νιώσαμε. Τι είναι θεραπεία στο κάτω κάτω; Ίσως είναι η εμπειρία της σχέσης που αποζητούσαμε σαν παιδιά από τους γονείς μας και δεν την είχαμε…